Απόψεις

Πολιτική Απόφαση της 6ης Πανελλαδικής Ολομέλειας της ΑΡΚ - Για την Πολιτική συγκυρία και την παρέμβαση της ΑΡΚ

30/11/2017

Αριστερή Ριζοσπαστική Κίνηση

 

Πολιτική Απόφαση της 6ης Πανελλαδικής Ολομέλειας της ΑΡΚ

Για την Πολιτική συγκυρία και την παρέμβαση της ΑΡΚ  

 

  1. Πολιτική συγκυρία
  2. Η κατάσταση στους κομματικούς σχηματισμούς που αναφέρονται στην Αριστερά.
  3. Προοπτικές και πρωτοβουλίες

  

1.Πολιτική συγκυρία

 

10 χρόνια μετά το ξέσπασμα της οικονομικής χρηματοπιστωτικής και ευρύτερα οικονομικής κρίσης, ο καπιταλισμός δεν έχει καταφέρει να κάνει βήματα για την συνολική αντιμετώπισή της αλλά έχει καταφέρει να ενισχύσει, με καθαρά ιδιοτελείς όρους μόνο τα κέρδη και άλλες προσόδους με μια αντιδραστική και αρνητική αναδιανομή υπέρ του Κεφαλαίου και κυρίως υπέρ των πιο ισχυρών μερίδων του. Παραταύτα, αυτή ακριβώς η αντιδραστική αναδιανομή γίνεται με τόσο σφοδρούς και αμείλικτα ταξικούς όρους που καθιστά τις “μερικές” υπερβάσεις της κρίσης εξαιρετικά ασταθείς και αμφίβολες. Τα λόγια των ίδιων των αναλυτών και των εκπροσώπων του συστήματος  δείχνουν την ανησυχία και τα αδιέξοδά τους. Η απαισιοδοξία αυτή δεν έχει να κάνει μόνο με το φόβο μιας αναζωογόνησης της χρηματοπιστωτικής κρίσης, αλλά με τα μεγέθη που δείχνουν ότι η κρίση δεν έχει ξεπεραστεί.  Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (του Μάη του 2017), το συνολικό χρέος του πλανήτη έφτασε το 2016 το 325% του παγκόσμιου ΑΕΠ – 215 τρις δολάρια. Πρόκειται για μεγέθη που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο, για μεγέθη που εκτινάχθηκαν τα τελευταία 10 χρόνια και που αποτελούν αξεπέραστο εμπόδιο για τη δυνατότητα της καπιταλιστικής οικονομίας να αναπτυχθεί με γρήγορους ρυθμούς.

Πέρα από την οικονομία, η οικονομική κρίση αποκαλύπτει και ενισχύει όλες τις αντιφάσεις του συστήματος σε κάθε επίπεδο. (Φυσικά, δεν είναι μόνον η οικονομική κρίση, αλλά και η όξυνση / σφοδρότητα των ανταγωνισμών τόσο εντός ΕΕ, αλλά κυρίως σε παγκόσμιο επίπεδο, που προκαλούν πολλαπλές επιπτώσεις.)

Στο γεωπολιτικό, αυτό εκφράζεται μεταξύ άλλων, με την κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ και Β. Κορέας,  που απειλεί να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις λόγω και της παρουσίας του Τραμπ στην προεδρία και η οποία εξελίσσεται σε έναν απρόβλεπτο παράγοντα, ακόμα και για την αμερικανική άρχουσα τάξη. Από την άλλη, έχουμε την εντελώς εκτός ελέγχου για τον ιμπεριαλισμό κατάσταση στην Μέση Ανατολή, η οποία αποκαλύπτει  πλέον τα όρια των ΗΠΑ στο να παίζουν το ρόλο του χωροφύλακα του πλανήτη.

Φαινόμενα όπως η κλιματική αλλαγή, που  προκύπτει από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και  απειλεί πλέον με δραματικές επιπτώσεις, οι μεγάλες προσφυγικές ροές που δεν πρόκειται να σταματήσουν καθώς σχετίζονται με την κοινωνική, οικονομική και οικολογική αποσάθρωση ενός μεγάλου μέρους του πλανήτη, οι πόλεμοι με αδιευκρίνιστες συμμαχίες, οι τρομοκρατικές δράσεις στις οποίες εμπλέκονται κάθε είδους δυνάμεις,  από οπαδούς φονταμενταλιστικών ιδεολογιών μέχρι μυστικές υπηρεσίες, είναι επίσης στοιχεία που αποτυπώνουν την κρίση του συστήματος σε κάθε επίπεδο.

Στην Ευρώπη, αμφισβητείται από διάφορες πλευρές η ίδια η Ευρωζώνη, η ΕΕ, αλλά και η ίδια η δυνατότητα της Ευρώπης να αποτρέψει ολέθριες εξελίξεις στον πλανήτη και το εσωτερικό της. Η ενίσχυση κάθε είδους ακροδεξιάς σε μια σειρά χώρες, η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού αλλά και το γεγονός ότι μερίδες του κεφαλαίου σε διάφορες χώρες σκέφτονται σοβαρά το ενδεχόμενο της εξόδου από την ΕΕ, δείχνει τις ανεξέλεγκτες πολιτικές διαστάσεις της κρίσης.  Στην οποία συμβάλει   και από την οποία ενισχύεται,   η κατάρρευση  της εκλογικής απήχησης  παραδοσιακών κομμάτων της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, όπως αυτή μεταλλάχθηκε σε νεοφιλελεύθερη «κεντροαριστερά». Τα  δημοψηφίσματα που μετατρέπονται σε αποδοκιμασία των συστημικών κομμάτων, τα εγχειρήματα αυτοδιάθεσης όπως αυτό της Καταλονίας ή της Σκωτίας πριν ένα χρόνο, οι εθνικισμοί σε διάφορες περιοχές, δείχνουν και αυτά, τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός. Και παράλληλα αποκαλύπτουν στα μάτια μιας κοινωνίας τον πραγματικό χαρακτήρα τηςΕΕ. Με την ίδια την ΕΕ να μην διστάζει να χρησιμοποιεί και να νομιμοποιεί τις πιο αντιδημοκρατικές μεθόδους, όπως έδειξε και το παράδειγμα της ελληνικής οικονομικής κρίσης, αλλά και τώρα της πολιτικής κρίσης στην περίπτωση της Καταλονίας. 

Οι εξελίξεις αυτές που προκάλεσε η οικονομική κρίση,  πηγαίνουν χέρι με χέρι με την αναζήτηση νέων σχηματισμών ή και νέων φαινομένων που κινούνται στο χώρο της Αριστεράς σε ευρωπαϊκό αλλά και διεθνές επίπεδο. Η αντιστροφή πορείας της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, περιέπλεξε μεν δραματικά αλλά δεν ανέκοψε οριστικά αυτή τη δυνατότητα.  Ο υποψήφιος  της ριζοσπαστικής αριστεράς στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας  Μελανσόν, πήρε το 20% των ψήφων. Το Ισπανικό Ποδέμος περιορίστηκε μεν από την μη αποστασιοποίηση της ηγεσίας του Ιγκλέσιας από τον Τσίπρα, περιέχει όμως στη βάση ένα αξιόλογο κοινωνικό δυναμικό που εκπροσωπεί μια δυνητική αντισυστημική τοποθέτηση κάτω από κάποιες διαφορετικές προϋποθέσεις στρατηγικού επαναπροσανατολισμού. Δυναμικές που διαμορφώθηκαν στις εκλογές των ΗΠΑ και της Βρετανίας, είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικές. Η προεκλογική καμπάνια του Σάντερς στις ΗΠΑ, κινητοποίησε χιλιάδες εργαζόμενους και νεολαίους, αρκετοί από τους οποίους έχουν εκτεθεί στην επιρροή των ιδεών του μαρξισμού και του σοσιαλισμού.  Παρά την διαρκή αμφιταλάντευση σε κρίσιμα ζητήματα,  ο Κόρμπιν  συνεχίζει να στηρίζεται από μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και έχει επαναφέρει στην ατζέντα παραδοσιακές θέσεις του βρετανικού εργατικού κινήματος, όπως οι εθνικοποιήσεις και η υπεράσπιση του εθνικού συστήματος υγείας. Το Εργατικό Κόμμα έχει αυτή τη στιγμή  στην ηγεσία έναν αριστερό (σε σύγκριση με τους νεοφιλελεύθερους κεντροαριστερούς που προηγήθηκαν) σοσιαλδημοκράτη , ο οποίος διατηρεί τη θέση του βασιζόμενος στην υποστήριξη από εργατικές και λαϊκές δυνάμεις, παρά το ότι η κοινοβουλευτική ομάδα είναι αποφασισμένη να τον ανατρέψει  και να συνεχίσει την πολιτική του Μπλερισμού.

Στην Ελλάδα, το εργατικό κίνημα και η νεολαία, ζουν ακόμα τα αποτελέσματα της ήττας που εκπροσωπεί η πλήρης αντιστροφή πορείας του ΣΥΡΙΖΑ, στην κατεύθυνση της μετάλλαξης/ενσωμάτωσης.  Ενός κόμματος,  που ηγείται μιας κυβέρνησης που ταυτόχρονα και έχει οικειοποιηθεί το μνημόνιο ως δική της πολιτική   και αποτελεί το  χρησιμότερο πολιτικό/διαχειριστικό εργαλείο για την υλοποίηση ενός συνολικότερου σχεδίου των δανειστών, των διεθνών και εγχώριων ελίτ για μια ακόμα πιο αντιδραστική ευρωπαϊκή ένωση, για την τερατώδη κοινωνική/οικονομική αναδιάρθρωση που συντελείται στη χώρα. Οι δυνάμεις του ευρωπαϊκού αστισμού αναγνωρίζοντας την συμβολή του στον έλεγχο -προς το παρόν- των κοινωνικών αντιστάσεων, του παρέχουν την πλήρη  και συχνά απροκάλυπτη   στήριξη και εύνοια, στην υλοποίηση -αδιανόητων για τα δεδομένα της μεταπολίτευσης- πολιτικών εξόντωσης των κυριαρχούμενων τάξεων. Οι ελίτ αυτές, έχουν προσθέσει στον κανονικό τρόπο συσσώρευσης κεφαλαίου, μια πρωτοφανή πρωταρχική συσσώρευση μέσω αποσάθρωσης εργασιακών και άλλων δικαιωμάτων, που συνδυάζεται με πλιάτσικο στη δημόσια περιουσία.  Με πρόσωπα που συνδέονται με προβληματικές, παράνομες κι ακόμη και εγκληματικές δραστηριότητες να εμφανίζονται ως επενδυτές κι επιχειρηματίες, δρώντας αυτόνομα ή κάνοντας την βρώμικη δουλειά για άλλους. 

Η καθηλωτική επίδραση της αντιστροφής της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ, σε συνδυασμό με την αδυναμία των κινημάτων και κομμάτων της αριστεράς, είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη μεγάλων και αποφασιστικών αγώνων, αντίστοιχων με αυτούς που είχαμε την πρώτη περίοδο των μνημονίων. Και είναι αυτός ο συνδυασμός  που επιτρέπει την προπαγάνδα του  ΣΥΡΙΖΑ περί  αποδοχής-νομιμοποίησης των μέτρων που παίρνει σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Η αισιοδοξία στα επιτελεία του ΣΥΡΙΖΑ ότι τελικά δεν θα έχουν την κατάληξη του ΠΑΣΟΚ και θα διεκδικήσουν με αξιώσεις τις επόμενες εκλογές, τρέφεται και από άλλους δύο παράγοντες: 

Ο πρώτος είναι ο μετεωρισμός της ΝΔ και του αρχηγού της Κυριάκου Μητσοτάκη μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και κλασικής ακροδεξιάς. Αυτό που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, είναι ένα ταβάνι στα ποσοστά της ΝΔ κοντά στο 28-30%,  με πολύ μάλιστα υψηλά ποσοστά συσπείρωσης κάτι το οποίο αξιοποιείται από τον ΣΥΡΙΖΑ   στο έπακρο, για να δείξει ότι μπορεί να καλύψει ποσοτικά τη διαφορά, καθώς μάλιστα δεν έχει υψηλές συσπειρώσεις. Πολιτικά, αξιοποιεί αυτόν τον μετεωρισμό, για να επωφεληθεί από μια αυτόνομη ενδεχομένως κομματική-εκλογική παρουσία τη ακροδεξιάς. Ο μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ, επωφελείται διπλά από φαινόμενα τύπου Καστελόριζο (κοινή παρουσία ηγετικών στελεχών ΣΥΡΙΖΑ και ΧΑ): νομιμοποιώντας ως αποδεκτές μετεξελίξεις της ΧΑ που θα συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας εκλογικής-κομματικής ακροδεξιάς μαζί με τμήμα της ΝΔ, εμφανίζει την αντιστροφή πορείας υπέρ του μνημονίου ως μονόδρομο (αφού συναινεί σε αυτό και η από τα ακροδεξιά αντιδρούσα ΧΑ), αλλά και επενδύει σε έναν καλύτερο συσχετισμό σε σχέση με τη ΝΔ σε μελλοντικά σενάρια εξουσίας (συγκυβέρνησης διαφόρων παραλλαγών, με τη ΝΔ ή με ότι προκύψει από τη σύζευξη ΠΑΣΟΚ, Ποταμιού, υπολειμμάτων της ΔΗΜΑΡ κτλ). Αν σε αυτό προσθέσει κανείς τον αρνητικό ιστορικό συμβολισμό της σημερινής ηγεσίας της ΝΔ («να μην έρθει ο Μητσοτάκης») και την απουσία αξιόπιστης εναλλακτικής από τα αριστερά (που θα συμβάλει, μεταξύ άλλων, στην ακόμη πιο μαζική αποχή των πιο αδυνατισμένων από την κρίση στρωμάτων του πληθυσμού), ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εμφανίζεται αισιόδοξος. Τέλος, εδώ πρέπει να προστεθούν τα πολύ μεγάλα περιθώρια για ακόμη πιο δεξιά πολιτική και κυβερνητικές συμμαχίες που παρέχει στον ΣΥΡΙΖΑ η συνεργασία με τους ΑΝΕΛ, στην οποία αποτυπώνεται και η στήριξη μερίδων του οικονομικού κεφαλαίου και της πολιτικής δεξιάς στον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ. 

Ο δεύτερος παράγοντας, είναι η  κατάσταση της οικονομίας. Η ελληνική οικονομία αυτή την περίοδο, εμφανίζει κάποια σημάδια έστω και αναιμικής ανάπτυξης. Η ανάπτυξη όμως αυτή, είναι μια μορφής που δεν έχει σε τίποτε να κάνει με την αριστερά. Δεν πρόκειται για ανάπτυξη που θα έχει πραγματική αντανάκλαση στο βιοτικό επίπεδο των χτυπημένων κοινωνικών στρωμάτων.  Το αντίθετο μάλιστα, θα οριστικοποιήσει ενώ ταυτόχρονα θα νομιμοποιεί, την εκπτώχευση ενός τεράστιου μέρους της κοινωνίας.  Αυτό δίνει  όμως στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί αυτά τα μεγέθη για να τοποθετείται καλύτερα επικοινωνιακά και να επιχειρεί να κερδίσει τις εντυπώσεις, εστιαζόμενη στα στρώματα του πληθυσμού που θα φτάσουν στην κάλπη για να επιλέξουν στο πλαίσιο μιας ακραία τεχνητής πόλωσης μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Παρόλο που η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται άμεσα από τις διεθνείς εξελίξεις και τη γενικότερη αστάθεια που φέρνει η οικονομική κρίση και με αυτή την έννοια είναι ασταθής,  πρέπει να αναγνωρίσουμε το ενδεχόμενο μιας ανάπτυξης με θλιβερούς μισθούς και δικαιώματα, με λεηλασία των δημόσιων πόρων και του περιβάλλοντος που θα υποθηκεύει μια μελλοντική αλλαγή πορείας, για να καταλάβουμε και τα ενδεχόμενα που ανοίγονται στην τρέχουσα συγκυρία.

Η όποια ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας ενδεχομένως προκύψει, δεν αναιρεί και δεν αντιστρέφει το χτύπημα του βιοτικού επιπέδου που έχει υποστεί η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία χρόνια. Η χώρα θα συνεχίσει να είναι κάτω από τον έλεγχο των υποτιθέμενων ‘δανειστών’ για τα επόμενα  40 τουλάχιστον χρόνια. Η μείωση της ανεργίας, που μπορεί να συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα, σε τίποτα δεν ανατρέπει το γεγονός ότι έχει δημιουργηθεί μια νέα «κοινωνική τάξη» όπως έγραψε το Spiegel  «φτωχών εργαζομένων». Πρόκειται, σύμφωνα με το ίδιο γερμανικό περιοδικό για το 1/3 των εργαζομένων στην Ελλάδα που «κερδίζει τόσα λίγα, που ίσα του φτάνουν για να ζήσει». Δεν θα παράξει τους όρους για να σταματήσει η μετανάστευση           -πόσο μάλλον η επιστροφή- εκατοντάδων χιλιάδων νέων (και όχι μόνο), στους οποίους περιλαμβάνεται ένα κρίσιμο μέρος του δυναμικού που θα στήριζε, με την ειδική - υψηλή του εκπαίδευση, μια αλλαγή πορείας.

Σε σχέση με τις εξελίξεις στο χώρο της λεγόμενης «κεντροαριστεράς» πρέπει να σημειωθεί το εξής: Η κεντροαριστερά στην Ελλάδα φαίνεται αυτήν την περίοδο να εκπροσωπείται από τον Σύριζα και όχι από την ΔΗ.ΣΥ ή τον νέο της φορέα. Στις πρόσφατες εκλογές για την ανάδειξη του επικεφαλής συμμετείχαν 210 χιλιάδες ψηφοφόροι. Στον 1ο γύρο των εκλογών το 78% των ψηφοφόρων ήταν άνω των 45 ετών και τα υποψήφια στελέχη που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ έλαβαν των 73% των ψήφων.  Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να αποκλείουμε κάθετα την πιθανότητα η όποια μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ να ανακάμψει  σαν σχετικά ισχυρός πόλος στην πολιτική σκηνή, δεδομένου ότι  το ΠΑΣΟΚ απέδειξε όλα αυτά τα χρόνια ότι έχει ακόμη αγκυρώσεις και μπορεί να εκμεταλλευτεί τυχόν μελλοντική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι για πρώτη φορά διενεργούνται εκλογές για επικεφαλής ενός φορέα που δεν έχει καν συσταθεί, με μοναδικό κριτήριο συμμετοχής την καταβολή 3€ χωρίς πολιτικό πρόγραμμα ούτε καν πολιτικό πλαίσιο και με μοναδικό στίγμα αυτό της κεντροαριστεράς. Το φαινόμενο αυτό καταδεικνύει την απουσία κάθε λογικής συλλογικότητας, τον αρχηγισμό και την ανάθεση. Σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες εκφράσεις σε ΣΥΡΙΖΑ & ΝΔ (και όχι μόνο), είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα εντονότερη φάση καταστρατήγησης των δημοκρατικών χαρακτηριστικών της λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων άρα και επιδείνωσης της κρίσης, ενδυνάμωσης της αμφισβήτησης της «πολιτικής» διαδικασίας, συνεπώς και ενίσχυσης της αποπολιτικοποίησης.

Με αυτά ως δεδομένα, στην πορεία για τις εκλογές, ενδέχεται να δούμε τον ΣΥΡΙΖΑ να θριαμβολογεί για την ανάπτυξη και τη μείωση της ανεργίας και ταυτόχρονα να τον δούμε να συνεχίσει να «καταγγέλλει» την εφαρμογή πολιτικών που ο ίδιος εφαρμόζει, όπως για παράδειγμα, έκανε πολύ πρόσφατα με τη διαδήλωση που διοργάνωσε για την κυριακάτικη αργία. Χρειάζεται να αντιμετωπιστεί σοβαρά, με ουσιαστική επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση, η επικοινωνιακή αυτή επίθεση της κυβέρνησης και των μηχανισμών της, η οποία πρέπει να αποδομηθεί στις συνειδήσεις των κοινωνικών στρωμάτων που μας αφορούν. Στην κατεύθυνση αυτή, ένα πρώτο βήμα είναι το ειδικό παράρτημα για την σημερινή κατάσταση της οικονομίας που συνοδεύει το εισηγητικό αυτό πολιτικό κείμενο.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, ότι στο επικοινωνιακό «οπλοστάσιο» του Σύριζα εντάσσονται χειρονομίες που απευθύνονται σε ειδικές ομάδες ή συγκεκριμένα ενδιαφέροντα Πχ δικαιωματικά νομοθετήματα καθώς και μια αφήγηση σταθερότητας (τρόμου) που επιδρά στα πιο συντηρητικά μικρομεσαία στρώματα που βρίσκονται ακόμα εκτός της άμεσης επίθεσης.

 

Αυτές οι πολιτικές που εφάρμοσε η κυβέρνηση και που θα συνεχίσει να εφαρμόζει έχουν τοποθετήσει μια και καλή τον ΣΥΡΙΖΑ στην απέναντι πλευρά και έχουν σφραγίσει και τη διαδικασία ραγδαίας μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ. Η δε ταχύτητα αστικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ είναι πρωτοφανής για τα ιστορικά δεδομένα, πολύ γρηγορότερη από του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 80.

Η ήττα του κινήματος και το σπάσιμο του ηθικού του κρατούν ακόμα. Και αποτυπώνεται στις αποστρατεύσεις, στην κρίση της «μεγάλης» Αριστεράς   (ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ), αλλά και των μικρών οργανώσεών της, στην απουσία αγώνων. Ακόμα όμως και αν η ήττα αυτή έχει στρατηγικά χαρακτηριστικά, δεν πρέπει να προσλαμβάνεται ως οριστική. Ειδικά επειδή η πρωτοφανής διεύρυνση της ταξικής εκμετάλλευσης και η παράλληλη διεύρυνση του μεγέθους των εκμεταλλευόμενων τάξεων αποκαλύπτει & απομυθοποιεί πράγματα, αφυπνίζει συνειδήσεις, αλλάζει / ριζοσπαστικοποιεί τον τρόπο σκέψης, ωθεί σε δράση και «ανανεώνει τη δυνατότητα για εκρηκτική πολιτική αντίσταση.

Τα μνημόνια και οι πολιτικές των μνημονιακών κυβερνήσεων, συσσωρεύουν οργή και δημιουργούν τις αντικειμενικές προϋποθέσεις για αγώνες. Στη σημερινή συγκυρία αυτό δεν είναι εμφανές μια και οι ατομικές στρατηγικές και οι αποστρατεύσεις φαίνεται ότι κυριαρχούν. Προσπαθώντας όμως να διερευνήσουμε τις τάσεις που θα αναπτυχθούν το επόμενο διάστημα στο επίπεδο του κινήματος πρέπει να λάβουμε υπόψη τα δεδομένα: το μνημονιακό σύστημα δεν πρόκειται να δώσει πραγματικές απαντήσεις στα προβλήματα της κοινωνίας, δεν πρόκειται να φέρει πραγματική οικονομική ανάπτυξη. Και με αυτή την έννοια θα δημιουργεί τις προϋποθέσεις αναζωπύρωσης του κινήματος. Αυτός που χάνει το σπίτι του, τη δουλειά του κλπ. δεν θα έχει στην πραγματικότητα κανένα άλλο δρόμο να σωθεί, παρά μόνο το δρόμο του αγώνα. Εξάλλου, σήμερα, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι αγώνες δεν γίνονται επειδή «δεν τραβάει ο κόσμος» ή «δεν έχει διάθεση». Αυτό που λείπει, είναι η προοπτική νίκης την οποία δεν μπορεί να δώσει κανένας από τους διαθέσιμους συνδικαλιστικούς φορείς,   κόμματα και οργανώσεις της αριστεράς. Και είναι και η εικόνα της αριστεράς, που σε συνθήκες ήττας και  με την αίσθηση προδοσίας από την αντιστροφή πορείας του ΣΥΡΙΖΑ,  στρέφει τα πιο πρωτοπόρα στρώματα μακριά από τους αγώνες. Η αδυναμία της -πολύ χαρακτηριστικά- να διοργανώσει μια ενωτική πορεία για οποιοδήποτε αίτημα (αντιφασιστικά, ΔΕΘ, απεργιακές συγκεντρώσεις) συμβάλει καθοριστικά στο να απωθεί τον κόσμο από το να συμμετέχει.

Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής, παραμένουν σταθερά ψηλά και αυτό συνηγορεί στο ότι ο κίνδυνος του φασισμού δεν πρέπει να υποτιμάται. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ίδια η Χρυσή Αυγή περνά μια περίοδο κρίσης. Αυτό φαίνεται από τις τελευταίες πολλές αποχωρήσεις βουλευτών, δημοτικών συμβούλων, στελεχών της. Και εξηγείται από πολλούς παράγοντες. Καταρχήν από την ίδια τη δίκη της ΧΑ, η οποία ξεγυμνώνει τον εγκληματικό χαρακτήρα της οργάνωσης και την αναγκάζει να περιορίσει τη «δράση» της στο δρόμο. Το ίδιο το κίνημα επίσης έχει δώσει σημαντικές μάχες και μέσα από τον Αντιφασιστικό Συντονισμό (Ίμια, διαδηλώσεις για τον Φύσσα κα) και επί της ουσίας δεν αφήνει αναπάντητες της προκλήσεις και τις επιθέσεις της ΧΑ. Η ΧΑ φαίνεται να έχει μπει στο δίλημμα που τα περισσότερα ακροδεξιά και νεοναζιστικά κόμματα στην Ευρώπη κάποια στιγμή μπαίνουν: συνέχιση της ‘δράσης’ στο δρόμο μέσα από επιθέσεις και δημιουργία ταγμάτων εφόδου ή στροφή στο ‘ρεαλισμό’ και δημιουργία της ‘σοβαρής Χρυσής Αυγής’Οι κινητοποιήσεις του αντιφασιστικού κινήματος, είναι το μόνο που μπορεί να ανατρέψει τους σχεδιασμούς της ΧΑ και τους γενικότερους σχεδιασμούς με τους οποίους θα μπορούσαν να συνδεθούν.

(Είναι κατανοητό ότι για να μπορέσει η ανάλυση που κάνουμε για την πολιτική συγκυρία να είναι όσο το δυνατόν πιο έγκυρη, είναι χρήσιμο να παρακολουθούμε/μελετούμε τους τυχόν  μετασχηματισμούς των κοινωνικών τάξεων στην Ελλάδα και συνολικά την ταξική διάρθρωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στην νέα "κανονικότητα". Χρειάζεται η ΑΡΚ να συμβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση με σχετικές πρωτοβουλίες.)

  

  1. Η κατάσταση στους κομματικούς σχηματισμούς που αναφέρονται στην Αριστερά

 

Από τις πρώτες περιόδους της προώθησης της μνημονιακής εκδοχής του καπιταλισμού στην Ελλάδα, επιβεβαιώθηκε ότι το ΚΚΕ οργανώνεται και δρα με στόχο την αναπαραγωγή του και όχι τη συνάντησή του με πολιτικές και κινήματα μαζικής και συγκρουσιακής αντίστασης στην μνημονιακή βαρβαρότητα. Προτίμησε να αφήσει τον ΣΥΡΙΖΑ να διευρύνει εκρηκτικά την εκλογική του επιρροή εξαιτίας της πιο ριζοσπαστικής αντίστασης στο μνημόνιο, παρά να συμμετάσχει στην αντίσταση. Όταν η ιστορία απαιτούσε μια ραγδαία πολιτική ανάπτυξη, ένα ισοδύναμο του ΕΑΜ, το ΚΚΕ προτίμησε να περιχαρακωθεί σε ένα ένδοξο παρελθόν που αξιοποιήθηκε για να καλυφθεί η κραυγαλέα απουσία του από το παρόν. Με ταυτόχρονη, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα, επένδυση, σε μια ρητορική που μεταθέτει την αντιπαράθεση και τη σύγκρουση σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον, όταν θα έχει αλλάξει ο συσχετισμός δυνάμεων προς το καλύτερο. Ρητορική που αποκρύπτει το ότι ο συσχετισμός αλλάζει στο μεταξύ, προς το πολύ χειρότερο.   Και δεν έχει καμία σημασία αν η γραμμή του ΚΚΕ θα καταλήξει τελικά σε μικρή ή μεγαλύτερη αύξηση των εκλογικών του ποσοστών ή σε συντήρηση ή πτώση (κάτι που δεν πρέπει να αποκλείεται, καθώς τα πληττόμενα στρώματα δεν θα αναγνωρίζουν σε αυτό κάποια δύναμη προστασίας από την ανεργία και την επίθεση στην εργασία, από το πλιάτσικό στην ασφάλιση, την σύνταξη και τα ιστορικά ελάχιστα που διασφάλιζαν τα αστικά καθεστώτα πριν την επίθεση από μια ακραία μορφή κεφαλαίου). Στη βάση των παραπάνω, η εκτίμηση είναι ότι το ΚΚΕ δεν πρόκειται να αλλάξει και την πολιτική του,  της άρνησης συνεργασίας με δυνάμεις που αποχώρησαν από το ΣΥΡΙΖΑ, όπως και άλλες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

 

Η περιχαράκωση του ΚΚΕ συνδυάζεται με την εικόνα περαιτέρω κατακερματισμού των δυνάμεων της αριστεράς αλλά και υποχώρησης της διαθεσιμότητας και μαχητικότητας στο εσωτερικό των οργανωμένων συλλογικοτήτων. Δεν προκύπτει έτσι, η κρίσιμη μάζα που σε διαλεκτική σχέση με τα κινήματα, θα δώσει τέλος στην σύγχυση περί του τι είναι η αριστερά και που ευνοεί τον ΣΥΡΙΖΑ να προωθεί την πιο δεξιά πολιτική.

Η ΛΑΕ του σήμερα, σίγουρα δεν εκπροσωπεί τη δυναμική μιας μεγάλης συσπείρωσης, όσων μελών, φίλων και ψηφοφόρων αποστασιοποιήθηκαν αρχικά ή σε δεύτερο χρόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ. Κι έτσι, δεν καταφέρνει να διαμορφώσει μια πειστική αντιπρόταση, τόσο σε οργανωτικό όσο και σε προγραμματικό επίπεδο. Κι αυτό χαρακτηρίζει τόσο τη ΛΑΕ ως σύνολο όσο και τις πιο προωθημένες συνιστώσες της. Φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για μια διατήρηση κάποιων ελεγχόμενων δυνάμεων μέχρι μια στιγμή που θα διαπραγματευθεί μια προεκλογική συνεργασία,  παρά να γίνει το επίκεντρο ενός αγώνα συνάντησης με την δοκιμαζόμενη κοινωνία και ένα απογοητευμένο πλήθος αριστερών που μετά την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακόμη πιο επιφυλακτικοί σε κάθε τι, που προβάλλει μόνο γνωστά πρόσωπα, που αποδέχεται προβληματικά βήματα (π.χ. παρακάναλα), που επιτρέπει σε στελέχη του να συμμετέχουν ακόμη και σήμερα σε κοινά σχήματα και παρατάξεις με στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αντί  να εστιάζει στην κινηματική δράση.

 Όσο για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, φαίνεται να εξαντλείται στον στόχο της ηγεμονίας σε μια μικρή εξωκοινοβουλευτική αριστερά, που θα είναι στο περιθώριο των εξελίξεων, παρά στον πρωταγωνιστικό ρόλο για μια μεγάλη αριστερά, η οποία θα καθορίζει τις εξελίξεις από την μαχητική τοποθέτησή της στο επίκεντρό τους.

Σημαντικό έλλειμμα και στις τρεις παραπάνω πολιτικές δυνάμεις είναι ότι δεν αναγνωρίζουν τα αδιέξοδα της μέχρι σήμερα ρητορείας, δεν αναζητούν νέες απαντήσεις  στα ερωτήματα του αγώνα για την απελευθέρωση της κοινωνίας, δεν σέβονται την αυτονομία των κινημάτων, δεν διδάσκονται από αυτά και παρουσιάζουν συχνά σοβαρότατο έλλειμμα δημοκρατίας στις διαδικασίες τους  και –ιδιαίτερα- στην αλληλεπίδραση των σχέσεων τους με τις κοινωνικές δυνάμεις που υποτίθεται ότι θέλουν να εκπροσωπήσουν .

Το ότι ήταν σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμη, δεν σημαίνει ότι δεν ήταν και απογοητευτική (για μέρος της κοινωνίας γενικότερα αλλά και για ανθρώπους που αναφέρονται στην αριστερά) η εξέλιξη προσωποπαγών εγχειρημάτων, ειδικά όταν αφορά πρόσωπα που συνδέθηκαν με την ελπίδα για μια μαζική συνέχεια στην πολιτική του ΟΧΙ στο μνημόνιο. Η μέχρι σήμερα ιστορία της Πλεύσης Ελευθερίας της Ζ. Κωνσταντοπούλου, δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για τα όρια τέτοιων εγχειρημάτων, για τις αστοχίες που καραδοκούν όταν δεν σε προστατεύει η συλλογικότητα-συντροφικότητα-δημοκρατία των πολλών.  Το πρωσοποπαγές των πολιτικών εγχειρημάτων του Γ. Βαρουφάκη, ο οποίος έχει πιστωθεί το ότι δεν ψήφισε μνημόνιο, καθορίζεται από την ύπαρξη αντίστοιχων ορίων. 

 

  1. Προοπτικές και πρωτοβουλίες

 

Το κρίσιμο ζήτημα σήμερα, είναι το πολιτικό κενό που υπάρχει στο χώρο της αριστεράς. Όσο η κρίση συνεχίζεται, όσο αυτή αντανακλάται με τον πιο σκληρό τρόπο στις ολοένα και διευρυνόμενες τάξεις που υφίστανται την εκμετάλλευση, τόσο αυτό το κενό θα μεγαλώνει. Χρειάζεται να συζητήσουμε πολύ σοβαρά το τι πρωτοβουλίες και δράσεις θα πάρουμε για να συμβάλουμε στην κάλυψη αυτού του κενού. Οι συμμαχίες στη δράση, στο κίνημα, τα μέτωπα που δημιουργεί έχουν κεντρική σημασία για την ανακοπή της πρωτοφανούς ταξικής επίθεσης και για να κρατηθεί ο κόσμος της αριστεράς μακριά από την αποστράτευση.

Αυτό όμως που κυρίως χρειάζεται είναι η αναζήτηση εκείνων των δυνάμεων που θα προετοιμαστούν στη βάση ενός ολοκληρωμένου πολιτικού προγράμματος ώστε να διαδραματίσουν κομβικό ρόλο για μια επόμενη μέρα, για να μην υπάρξουν ξανά στο μέλλον άλλες χαμένες ευκαιρίες. 

Με την έννοια «ολοκληρωμένο  πολιτικό πρόγραμμα» φυσικά και δεν εννοούμε ένα πρόγραμμα που να μοιάζει με τα δήθεν ολοκληρωμένα πολιτικά προγράμματα του ΣΥΡΙΖΑ στο παρελθόν που προσπαθούσαν υποτίθεται να δώσουν απαντήσεις σε όλα (αγροτική πολιτική, εκπαίδευση, εμπόριο κλπ) χωρίς να απαντούν σε τίποτα. Πιστεύουμε όμως ότι είναι απαραίτητο από την πλευρά τη δική μας να προσδιορίσουμε ένα πολιτικό πρόγραμμα που θα σπάει τις αυταπάτες ότι μπορούν να υπάρχουν λύσεις μέσα στα πλαίσια του συστήματος. Και με αυτή την έννοια χρειαζόμαστε μεταβατικά αιτήματα που θα συνδέουν τους άμεσους στόχους πάλης για την απαλλαγή από τις μνημονιακές πολιτικές και ταυτόχρονα θα τους συνδέουν με τη σοσιαλιστική προοπτική.

Για την ΑΡΚ, η προώθηση των κινηματικών διαδικασιών αποτελεί  συστατικό και αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξής της. Με συγκεκριμένες ανοιχτές, ενωτικές, αντι-ηγεμονιστικές, βαθιά δημοκρατικές/απελευθερωτικές αντιλήψεις που έχουμε περιγράψει σε προηγούμενες αποφάσεις μας αναλυτικά.

Σε επίπεδο κινήματος συμμετέχουν πολλά μέλη μας (θα μπορούσαμε να πούμε πολύ ικανοποιητικά για τα αριθμητικά δεδομένα μας) με -σχεδόν πάντα- ουσιαστικό και καταλυτικό ρόλο. Σε πάρα πολλά μέτωπα (συνδικαλιστικό,  αυτοδιοικητικό, πλειστηριασμοί, αντιφασιστικό, δημόσιος χώρος, οικολογία, πολιτικά/κοινωνικά δικαιώματα κοκ) με πολυδιάστατες συμμαχικές διατάξεις, ανοιχτές/ευέλικτες πρακτικές και συχνά διαφορετικούς συμμάχους. Η λογική μας επί των κινηματικών τακτικών, πρέπει να συνεχίσει να είναι τέτοια που να συμβάλλει στην ενωτική-αποτελεσματική δράση σε όσο το δυνατόν περισσότερους χώρους/τόπους. Με δυνάμεις από τη ΛΑΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τις λοιπές διάσπαρτες (συχνά συγγενείς ιδεολογικο-ταυτοτικά) αριστερές συλλογικότητες, ανένταχτους, συγκροτημένες δυνάμεις του ελευθεριακού χώρου. Κυρίως με επιδίωξη ένταξης σε κινηματικές διαδικασίες  ευρύτερων τμημάτων  πολιτών, που στέκονται σε απόσταση, συχνά λόγω και σεχταριστικών αντιλήψεων που ενδημούν στο κίνημα, αλλά και λόγω της κυριαρχίας της ηττοπάθειας που χαρακτηρίζει την περίοδο. Μια ηττοπάθεια που μέσα από μικρότερες ή και μεγαλύτερες κινηματικές νίκες μπορεί να δέχεται χτυπήματα που θα προκαλούν ρωγμές.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εμφανίζεται στο πολιτικό πεδίο ένα τοπίο ήττας και απογοήτευσης που φτάνει για μεγάλα τμήματα κόσμου αλλά και σημαντικά κομμάτια αριστερών, σε φαινόμενα απελπισίας. Δεν πρέπει  να ωραιοποιούμε την κατάσταση. Αν δεν την περιγράψουμε/κατανοήσουμε/ερμηνεύσουμε σωστά, δεν θα μπορέσουμε να την αντιμετωπίσουμε.

Όμως, η συμμετοχή μας σε μια (μικρή έστω) πολιτική οργάνωση της Αριστεράς, δεν μπορεί να γίνεται μόνο για λόγους ψυχολογικής προσωπικής καταφυγής και αποθεραπείας (τόσο χρήσιμης και απαραίτητης  στην δύσκολη περίοδο που ζήσαμε και ζούμε όλοι μαζί κι ο καθένας προσωπικά). Συμμετέχουμε στην Αριστερά και για να δώσουμε συλλογικά-συντροφικά απαντήσεις στα πολιτικά ζητήματα που επηρεάζουν τόσο δραματικά τη ζωή των εκμεταλλευόμενων τάξεων, τις ζωές καθεμιάς και καθενός μας.

Είναι σαφές νομίζουμε, ότι αυτή την πολιτική στιγμή που διεξάγεται η Ολομέλειά μας, σοβαρή κεντρική πολιτική απάντηση δεν υπάρχει ούτε εμφανίζεται όσον αφορά το πολύ κοντινό μέλλον. Ας το δεχτούμε. Και ας μην μας αγχώνει περισσότερο από όσο χρειάζεται. Παραμένει βέβαια στόχος η συγκρότηση ενός εκλογικού Μετώπου τέτοιου που να ανατρέψει την σημερινή άσχημη κατάσταση. Έχουμε περιγράψει άλλωστε σε προηγούμενες αποφάσεις μας τους όρους τους οποίους θεωρούμε απαραίτητους για τη συμμετοχή μας σε μέτωπα και κεντρικά πολιτικά σχήματα. Επειδή όμως η συγκυρία είναι αυτή που περιγράψαμε παραπάνω, δε σημαίνει ότι θα πρέπει να αγνοήσουμε την ανάγκη «να προετοιμάζουμε το μέλλον» (που πολύ συχνά, όπως πρόσφατα βιώσαμε με δραματικό τρόπο, έρχεται με τρομερές ταχύτητες).

Η ΑΡΚ λοιπόν έχει με δειλά βήματα ξεκινήσει την απόπειρα να συμβάλλει σε αυτήν την προετοιμασία. Ενδεικτικά, με την χρήσιμη συνεργασία με το Ξεκίνημα, με το άνοιγμα της κουβέντας με την Ανασύνθεση, με την παρουσία στις εκδηλώσεις της ΠΑΝΤΑ ευρύτερων δυνάμεων, με ακτιβισμούς και δράσεις που στέλνουν μηνύματα ενότητας και «άλλης» κινηματικής αντίληψης. Με στήριξη ακηδεμόνευτων ποιοτικών εγχειρημάτων που ξεπερνούν και ενώνουν συλλογικότητες που μας ενδιαφέρουν (π.χ. η έκδοση του ΚΟΚΚΟΙ—Κόκκινη Κινηματική Οικολογία).

Αυτά τα βήματα πρέπει πλέον να γίνουν πιο γοργά και πιο αποφασιστικά, ταυτόχρονα όμως  με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην ακυρώνουν προοπτικές και δυνατότητες. Να μας πάνε πιο κοντά στη δημιουργία ενός «Πεδίου-Τόπου Συνάντησης και Κοινής Δράσης» δυνάμεων και πολιτών των κινημάτων και συλλογικοτήτων της αριστεράς. Ενός τόπου, που δεν παράγεται από τις υφιστάμενες πολιτικές (π.χ. μετωπικές) εκφράσεις της Αριστεράς. Ενός πεδίου δυνάμεων και πολιτών, που έχουν ουσιαστικά κοινές ιδεολογικές-ταυτοτικές αναφορές, παρά την ύπαρξη όποιων διαφορετικών προσεγγίσεων τα τελευταία χρόνια επί της πολιτικής τακτικής.

Μπορούμε να περιγράψουμε αυτές τις δυνάμεις; Ξεπερνώντας πλέον μια δύσκολη, γεμάτη επιφυλάξεις και “κρατήματα”, μεταβατική περίοδο, έχοντας επίγνωση των δυσκολιών, μπορούμε: Είναι το Ξεκίνημα, η Ανασύνθεση, διακομματικές πρωτοβουλίες στην κινηματική οικολογική αριστερά, οι δυνάμεις της Δικτύωσης, δυνάμεις που κινούνται με την «δική μας» αντίληψη και –συχνά- με νέες μορφές συνδικαλιστικής παρέμβασης στους χώρους εργασίας, πλήθος ανένταχτων πολιτών που πρωταγωνιστούν στους αγώνες για προστασία του δημοσίου χώρου και κάθε είδους δικαιωμάτων, ο κόσμος που συσπειρώνεται γύρω από το Barikat,, πρωτοβουλίες νέων ανθρώπων για την τεράστια σύγκρουση που διεξάγεται με τους παγκόσμιους κολοσσούς του διαδικτύου, συλλογικότητες και πολίτες που ενεργοποιούνται με ριζοσπαστική διάθεση στους χώρους και τα παραδείγματα της κοινωνικής/εναλλακτικής/αλληλέγγυας οικονομίας, ανένταχτοι πανεπιστημιακοί και άλλοι διανοούμενοι, πολιτικοποιημένοι καλλιτέχνες, τοπικά κινήματα με σαφή πολιτικά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά κ.ά.

Να είναι η ΑΡΚ αυτή λοιπόν, που θα προκαλέσει το επόμενο διάστημα  συναντήσεις, συσκέψεις εργασίας, διμερείς και πολυμερείς προγραμματικές συζητήσεις, κοινές θεματικές εκδηλώσεις, κοινούς ακτιβισμούς και δράσεις. Με ευελιξία  ώστε να ξεπερνιούνται προκαταλήψεις και τραύματα του πρόσφατου παρελθόντος, αλλά και αποφασιστικότητα ώστε να υπάρξουν μικρά αλλά σοβαρά βήματα στην κατεύθυνση συνεννόησης του συγκεκριμένου χώρου. Χωρίς υπερτίμηση αλλά και χωρίς υποτίμηση των δυνατοτήτων μας, των συνθηκών και των δυσκολιών της περιόδου.

Στόχος είναι, να καταφέρουμε όλες οι παραπάνω δυνάμεις (ή όσο το δυνατόν περισσότερες από αυτές) να βρουν μια ελάχιστη βάση συνεννόησης, αλληλοσεβασμού, κοινής κινηματικής/συνδικαλιστικής/αυτοδιοικητικής  παρέμβασης και παράλληλα να ανοίξουν μια σοβαρή συζήτηση για τα πολιτικά επίδικα της περιόδου. Και φυσικά,  αν αυτές οι διαδικασίες προχωρήσουν θετικά και πετύχουν τον παραπάνω στόχο, αυτόματα θα ανοίξουν την συζήτηση για το μεγάλο ζητούμενο, την μεγάλη αναγκαιότητα: την συγκρότηση μαζικού πολιτικού υποκειμένου της ριζοσπαστικής, ταξικά αναφερόμενης, διεθνιστικής, οικολογικής, δικαιωματικής, απελευθερωτικής, αντισεχταριστικής Αριστεράς.

Τονίζουμε εδώ πώς πρέπει να είναι ξεκάθαρο από μεριάς μας προς όλους όσους θα απευθυνθούμε,  το ότι θεωρούμε τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ, αυτό ακριβώς που αναφέραμε και νωρίτερα στο κείμενο:   Ένα κόμμα,  που ηγείται μιας κυβέρνησης που ταυτόχρονα και έχει οικειοποιηθεί το μνημόνιο ως δική της πολιτική   και αποτελεί το  χρησιμότερο πολιτικό/διαχειριστικό εργαλείο για την υλοποίηση ενός συνολικότερου σχεδίου των δανειστών, των διεθνών και εγχώριων ελίτ για μια ακόμα πιο αντιδραστική ευρωπαϊκή ένωση, για την τερατώδη κοινωνική/οικονομική αναδιάρθρωση που συντελείται στη χώρα.

Για να γίνει ρεαλιστικό αυτό το σχέδιο και να προχωρήσει, πρέπει να γίνει υπόθεση του κόσμου  της ΑΡΚ. Να εξειδικεύσει με συγκεκριμένο τρόπο την πολιτική απόφαση  της ολομέλειας της και να την αξιοποιήσει σε αυτή την κατεύθυνση. Και να δει η ΑΡΚ εκείνα τα οργανωτικά μέτρα, που θα βελτιώσουν την λειτουργία της και θα διασφαλίσουν την συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων μελών της σε αυτή την προσπάθεια.

Η ενδυνάμωση/ανάπτυξη, ποσοτική & ποιοτική, της ΑΡΚ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει να συμβάλλει ουσιαστικά στην επιτυχία αυτού του σχεδίου. Ιδιαίτερο βάρος πρέπει να ρίξουμε στους χώρους της νεολαίας, εργαζόμενους, άνεργους & φοιτητές, στηρίζοντας τους σφους/σφισσες μας ουσιαστικά και δημιουργικά στους δρόμους που οι ίδιοι επιλέγουν να δράσουν κινηματικά & κοινωνικά.

 

                                                                                        Αθήνα, Νοέμβριος 2017